Translation of "Precipitant" into Greek

εσπευσμένος is the translation of "Precipitant" into Greek.

precipitant adjective noun grammar

That falls headlong, or causes a headlong fall [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εσπευσμένος

    particle

    The precipitate nature of the procedure followed in January has therefore not been satisfactorily justified.

    Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται ικανοποιητικά ο εσπευσμένος χαρακτήρας της διαδικασίας που εφαρμόσθηκε τον Ιανουάριο.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Precipitant" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "Precipitant" with translations into Greek

  • ωκυτόκος
  • Αποτομως ... κατακορυφα (κυριολεκτικα) ... απερισκεπτα, βιαστικα · αποτόμως
  • · ίζημα · απερίσκεπτος · απόκρημνος · βιαστικός · γκρεμίζω · εντείνω · επιδρώ καθοριστικά σε κτ · επισπεύδω · επιταχύνω · εσπευσμένος · καθίζημα · καθιζάνω · κατακαθίζω · κατακρημνίζω · λειτουργώ καταλυτικά (για κτ) · λειτουργώ ως καταλύτης για κτ · πέφτω · παίζω καταλυτικό ρόλο (για κτ) · ταχύς · υγροποιώ
  • απόκρημνος · απότομος · κάθετος · κατακόρυφος · ξαφνικός
  • ατμοσφαιρική κατακρήμνιση
  • σπουδή
  • Καθίζηση, συμπύκνωση · Υετος ... cold particles circulating in the air · συμπύκνωση, καθίζηση ... υετος ... cold particles circulating in the air
  • εξασθένηση από συμπυκνώματα
Add

Translations of "Precipitant" into Greek in sentences, translation memory