Translation of "appellative" into Greek

όνομα, ονομασία, προσωνυμία are the top translations of "appellative" into Greek.

appellative adjective noun grammar

(grammar) Of or having to do with a common noun. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • όνομα

    noun neuter

    There is surely only one appellation we can choose.

    Υπάρχει λοιπόν μόνο ένα όνομα που μπορούμε να επιλέξουμε.

  • ονομασία

    noun feminine

    The Board of Appeal considered that, in the present case, no appellation of origin existed.

    Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, εν προκειμένω, δεν υφίσταται ονομασία προελεύσεως.

  • προσωνυμία

    noun

    όνομα που προστίθεται στο κυρίως όνομα ενός προσώπου και που έχει σχέση με κάποια χαρακτηριστική ιδιότητά του, θετική ή αρνητική, με την οποία έγινε ή είναι γνωστός· επωνυμία1. [ΛΚΝ]

    An appellation applied to the “skillful man” whom the king of Tyre sent to make the furnishings of Solomon’s temple.

    Προσωνυμία που εφαρμόζεται στο «δεξιοτέχνη άντρα» τον οποίο έστειλε ο βασιλιάς της Τύρου για να φτιάξει τα εξαρτήματα του ναού του Σολομώντα.

  • Less frequent translations

    • προσωνύμιο
    • προσηγορικός
    • ονοματοθετήριος
    • επονομασία
    • προσηγορική ονομασία
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "appellative" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "appellative" with translations into Greek

  • Εφετείο · εφετείο
  • προσηγορικό όνομα
  • επωνυμία · κατονομασία · ονομασία · τίτλος · όνομα
  • εφετικός
  • εκκαλών · εφεσιβάλλων
  • Δευτεροβάθμιο Δικαιοδοτικό Όργανο του ΠΟΕ (ακούει εκκλήσεις από εκθέσεις)
Add

Translations of "appellative" into Greek in sentences, translation memory