Translation of "consider" into Greek

θεωρώ, εξετάζω, σκέφτομαι are the top translations of "consider" into Greek.

consider verb grammar

(transitive) To think about seriously. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • θεωρώ

    verb

    I consider him a friend.

    Τον θεωρώ φίλο μου.

  • εξετάζω

    verb

    It surprises me that the British government is only now considering using vaccination.

    Με εκπλήττει το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση τώρα μόλις άρχισε να εξετάζει την δυνατότητα εμβολιασμού των ζώων.

  • σκέφτομαι

    verb

    I'm hotheaded and I don't consider anyone else's feelings.

    Έχω νεύρα και δεν σκέφτομαι τα συναισθήματα κανενός.

  • Less frequent translations

    • σταθμίζω
    • κρίνω
    • πιστεύω
    • μελετώ
    • σκέπτομαι
    • αναλογίζομαι
    • αξιολογώ
    • υπολογίζω
    • θεωρήσει
    • φρονώ
    • ζυγίζω
    • νοώ
    • υπολαμβάνω
    • ψιλοσκέπτομαι
    • θαρρώ
    • ετοιμάζω
    • διατείνομαι
    • διερευνώ τη δυνατότητα
    • εξετάζω το ενδεχόμενο
    • λαμβάνω υπ’ όψιν
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "consider" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "consider" with translations into Greek

  • σε τελευταία ανάλυση · στο κάτω κάτω (της γραφής)
  • αν λάβουμε υπόψη · αναλογιζόμενος · αναλόγως · δεδομένος · δεδομένου ότι · κρίνοντας από · λαβαίνοντας υπόψη · σκεπτόμενος
  • αυτός που σκέφτεται τους άλλους · θεωρούμενος
  • εξετάζω σοβαρά το ενδεχόμενο · σκέφτομαι σοβαρά
  • αναλογίζομαι · θεωρώ · λαμβάνω υπόψη · υπολογίζω
  • δηλώνω
  • αφήνω εκτός πεδίου
  • αυτός που σκέφτεται τους άλλους · θεωρούμενος
Add

Translations of "consider" into Greek in sentences, translation memory