Translation of "counterfeiting" into Greek
παραχάραξη is the translation of "counterfeiting" into Greek.
counterfeiting
noun
verb
grammar
Present participle of counterfeit. [..]
-
παραχάραξη
noun feminineThese measures also include protection of the euro against counterfeiting.
Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν επίσης την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "counterfeiting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "counterfeiting" with translations into Greek
-
πλαστό λογισμικό
-
παραχαράκτης · πλαστογράφος
-
απομίμηση
-
Απομιμητικό προϊόν
-
απατεώνας · απομίμηση · κίβδηλος · παραποίηση · παραποιώ · παραχαράζω · παραχαράκτης · παραχαράσσω · πλαστογράφημα · πλαστογράφος · πλαστογραφώ · πλαστός · υποκρίνομαι · ψευδεπίγραφος · ψεύτικος
-
που δεν πλαστογραφείται
-
παραχαράσσω · πλαστογραφώ
-
παραχαράσσω · πλαστογραφώ
Add example
Add