Translation of "decently" into Greek
ευπρεπώς, ανθρώπινα are the top translations of "decently" into Greek.
decently
adverb
grammar
In a decent manner; . [..]
-
ευπρεπώς
Please understand, for the first time in my life I want to live decently.
Σε παρακαλώ κατάλαβε, για πρώτη φορά στην ζωή μου θέλω να φύγω ευπρεπώς.
-
ανθρώπινα
adverbThe most basic violation of human rights is the denial of each individual' s right to live decently.
Η πρώτη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι το να μην επιτρέπεται στον καθένα να ζει αξιοπρεπώς.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "decently" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "decently" with translations into Greek
-
αξιοπρεπέστερος
-
αξιοπρεπής · ευπρεπής · ευυπόληπτος · εύσχημος · ικανοποιητικός · κόσμιος · μαζεμένος · σεμνός · σοβαρός · συμπαθής · τίμιος · της προκοπής
-
δουλειά τής προκοπής
-
αξιοπρεπής · ευπρεπής · ευυπόληπτος · εύσχημος · ικανοποιητικός · κόσμιος · μαζεμένος · σεμνός · σοβαρός · συμπαθής · τίμιος · της προκοπής
-
αξιοπρεπής · ευπρεπής · ευυπόληπτος · εύσχημος · ικανοποιητικός · κόσμιος · μαζεμένος · σεμνός · σοβαρός · συμπαθής · τίμιος · της προκοπής
Add example
Add