Translation of "erratically" into Greek
αλλοπρόσαλλα is the translation of "erratically" into Greek.
erratically
adverb
grammar
In an erratic manner; unsteadily or randomly, unpredictably. [..]
-
αλλοπρόσαλλα
Sometimes that's what people do when the actions of others seem erratic or unusual.
Κάποιες φορές έτσι λειτουργού κάποιοι άνθρωποι, οταν αυτα που κάνουν οι άλλοι, μοιάζουν αλλοπρόσαλλα ή περίεργα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "erratically" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "erratically" with translations into Greek
-
· ακανόνιστος · αλλοπρόσαλλος · ανώμαλος · ασταθής · εκκεντρικός · λανθασμένος · πλανόδιος · σπασμωδικός · σφαλερός · χαοτικός
-
Ογκόλιθος
-
· ακανόνιστος · αλλοπρόσαλλος · ανώμαλος · ασταθής · εκκεντρικός · λανθασμένος · πλανόδιος · σπασμωδικός · σφαλερός · χαοτικός
Add example
Add