Translation of "foolishness" into Greek

ανοησία, βλακεία, χαζομάρα are the top translations of "foolishness" into Greek.

foolishness noun grammar

(uncountable) The state of being foolish. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ανοησία

    noun feminine

    Please, you gotta promise me you won't do anything foolish.

    Σας παρακαλώ, υποσχεθείτε μου πως δεν θα κάνετε καμιά ανοησία.

  • βλακεία

    noun feminine

    But because of your foolishness, our lives could be ruined!

    Εξαιτίας της βλακείας σου θα καταστραφούν οι ζωές μας!

  • χαζομάρα

    noun

    Well, I guess there's more than one way to define foolishness.

    Καλά, μαντεύω ότι υπάρχει περισσότεροι από ένας τρόπος να ορίσεις την χαζομάρα.

  • Less frequent translations

    • μωρία
    • αφροσύνη
    • κουταμάρα
    • άνοια
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "foolishness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "foolishness" with translations into Greek

  • ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι
  • άμυαλος · ακατάληπτος · ακατανόητος · ανοησία · ανόητος · αποκλίνων · βλάκας · βλακεία · ηλίθιος · κουτή · κουτό · κουτός · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • άμυαλος · ακατάληπτος · ακατανόητος · ανοησία · ανόητος · αποκλίνων · βλάκας · βλακεία · ηλίθιος · κουτή · κουτό · κουτός · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
  • άμυαλος · ακατάληπτος · ακατανόητος · ανοησία · ανόητος · αποκλίνων · βλάκας · βλακεία · ηλίθιος · κουτή · κουτό · κουτός · μουρλός · χαζή · χαζό · χαζός
Add

Translations of "foolishness" into Greek in sentences, translation memory