Translation of "make-up" into Greek
μακιγιάζ, μέικ απ, μέικαπ are the top translations of "make-up" into Greek.
make-up
adjective
noun
grammar
Alternative spelling of makeup. See usage notes there. [..]
-
μακιγιάζ
noun neuter -
μέικ απ
neuterDon't push me with that make up thing.
Και μη με πιέζεις με το μέικ απ.
-
μέικαπ
Colored products intended to alter the user's appearance.
I was thinking, maybe we could spend a little trial make up time at the mall.
Έλεγα να πάμε στο εμπορικό να δοκιμάσουμε μέικαπ.
-
Less frequent translations
- μεικ-απ
- σύνθεση
- χρώμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "make-up" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "make-up"
Phrases similar to "make-up" with translations into Greek
-
αναπληρώνω τον χαμένο χρόνο · καλύπτω το χρόνο
-
πουλάω παραμύθια · σκαρφίζομαι ιστορίες · ψευδολογώ
-
αναπληρώνω · αντισταθμίζω · δίνω αντάλλαγμα για · εξιλεώνομαι για · επανορθώνω · ισοφαρίζω · καλύπτω · πατσίζω
-
ανταποδίδω · απαρτίζω · αποζημιώνω · αποτελειώνω · αποτελώ · βάφομαι · βγάζω κτ από το νου μου · βρίσκω · επανορθώνω · επινοώ · κάνω · κατασκευάζω · μαγειρεύω · μακιγιάρω · μηχανεύομαι · πλάθω με το νου, τη φαντασία μου · σκαρφίζομαι · σοφίζομαι · συγυρίζω (δωμάτιο) · συμβιβάζω · συμφιλιώνω · συνδιαλλάσσομαι · συνθέτω · τα βρίσκω με κπ · τακτοποιώ · χαλκεύω
-
εξιλεώνομαι για
-
ό,τι μου λείπει σε...το αναπληρώνω με... · όσο... μου λείπει, τόσο... έχω
-
αποφασίζω · παίρνω μια απόφαση
-
μακιγιέζ
Add example
Add