Translation of "resigned" into Greek

παραδομένος, παραιτημένος are the top translations of "resigned" into Greek.

resigned adjective verb

Characterized by resignation or acceptance. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • παραδομένος

  • παραιτημένος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "resigned" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "resigned" with translations into Greek

  • εγκαρτέρηση · παραίτηση · υποταγή
  • αποδέχομαι · αποδεσμεύομαι · αποχωρώ · αφήνω · εγκαταλείπω · παραδίνομαι · παραιτούμαι · παραιτώ · παραχωρώ · υποκύπτω
  • αποδέχομαι τη μοίρα μου · παραδίνομαι στη μοίρα μου · υποτάσσομαι στη μοίρα μου
  • παραίτηση της κυβέρνησης
  • παραίτηση από αξίωμα
  • παραιτούμαι από
  • παραιτούμαι
  • εγκαρτέρηση · παραίτηση · υποταγή
Add

Translations of "resigned" into Greek in sentences, translation memory