Translation of "sorting" into Greek
διαλογή, ταξινόμηση, κατηγοριοποίηση are the top translations of "sorting" into Greek.
sorting
verb
noun
grammar
Present participle of sort. [..]
-
διαλογή
nounmeans services consisting of the clearance, sorting, routing and delivery of postal items.
υπηρεσίες που συνίστανται στη συλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή ταχυδρομικών αντικειμένων.
-
ταξινόμηση
nounA method of arranging data based on the order of specified information. For example, records sorted by class would list all records within a class before moving to records in the next class.
Now, we collectively hull and sort all the coffee beans for roasting.
Στο στάδιο αυτό, η αποφλοίωση και ταξινόμηση των σπερμάτων που θα υποβληθούν σε φρύξη γίνεται συλλογικά.
-
κατηγοριοποίηση
noun -
ταξινόμηση, διαλογή
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sorting" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "sorting" with translations into Greek
-
αυταρχικός τύπος
-
ταξινόμηση σε ομάδες
-
Ταξινόμηση με επιλογή
-
Είδος, τάξη
-
σειρά ταξινόμησης
-
είδος · κατά μια έννοια · μάλλον · τρόπον τινά
-
λειτουργία ταξινόμησης πολλαπλών στηλών
-
ένας κάποιος, μια κάποια · δήθεν · κατ' ευφημισμόν · ντεμέκ · τής συμφοράς
Add example
Add