Translation of "strain" into Greek

πίεση, ένταση, τάση are the top translations of "strain" into Greek.

strain verb noun grammar

(obsolete) Treasure. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • πίεση

    noun feminine

    A stimulus or succession of stimuli of such magnitude as to tend to disrupt the homeostasis of the organism.

    The shock of this and the strain of playing may prove too much for you.

    Το σοκ από όλα αυτά και η πίεση της συναυλίας ίσως αποβούν μοιραία.

  • ένταση

    noun feminine

    Any strain, any anxiety may cause a fatal haemorrhage.

    Κάθε ένταση, κάθε ανησυχία μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρο αιμορραγία.

  • τάση

    noun

    A stimulus or succession of stimuli of such magnitude as to tend to disrupt the homeostasis of the organism.

  • Less frequent translations

    • τεντώνω
    • γένος
    • ζόρι
    • μελωδία
    • προσπάθεια
    • υπερένταση
    • τόνος
    • σουρώνω
    • καταπονώ
    • επεκτείνω
    • σφίγγω
    • άσμα
    • ολικό φορτίο
    • επιβαρύνω
    • δοκιμασία
    • ειδος, γενος, στελεχος, ποικιλια ... variant (δικο σου) ... a particular type or quality
    • καταπόνηση
    • στέλεχος
    • βάρος
    • πιέζω
    • στρες
    • διάστρεμμα
    • κόπος
    • εντείνω
    • βιάζω
    • θλάση
    • στραγγίζω
    • τσιτώνω
    • ταλαιπωρία
    • εξαντλώ
    • αγκαλιάζω
    • δένω
    • διηθώ
    • εκτραχύνω
    • καυλώνω
    • οξύνω
    • πάσχισμα
    • παρατραβάω
    • πασχίζω
    • στραμπουλάω
    • ταλαιπωρώ
    • τανύζω
    • αγγαρεία
    • παραμορφώνω
    • βγάζω
    • σκοπός
    • δημιουργώ τεταμένες (σχέσεις)
    • ζορίζω, -ομαι
    • καταβάλλω έντονη προσπάθεια
    • παθαίνω βλάβη
    • προκαλώ ένταση
    • προκαλώ διάστρεμμα σε
    • στέλεχος (ιού)
    • τράβηγμα στους μυς
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "strain" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Strain
+ Add

English-Greek dictionary

  • Έκταση, τέντωμα, καταπόνηση

Phrases similar to "strain" with translations into Greek

  • ενδοτράχυνση · εργοσκλήρυνση
  • επιτρεπτός εφελκυσμός
  • ο ήχος της μουσικής που ακούγεται · προστριβές · τεταμένες σχέσεις
  • κάκωση λόγω επαναλαμβανόμενης καταπόνησης
  • μείωση καταπόνησης
  • ασκώ πιέσεις σε · επιβαρύνω · ζορίζω · θέτω σε δοκιμασία · καταπονώ · προκαλώ ένταση σε · τσιτώνω
  • μονωτήρας τάση
  • βεβαρημένος · βεβιασμένος · επίπονος · καταπονημένος · σουρωμένος · τεταμένος · φορτωμένος
Add

Translations of "strain" into Greek in sentences, translation memory