Translation of "torn" into Greek

σκισμένος, διαλυμένος, διχασμένος are the top translations of "torn" into Greek.

torn adjective verb

Past participle of tear (rip, rend, speed). [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • σκισμένος

    Okay, not the table, but we've got to decide soon because my torn meniscus is absolutely ki...

    Εντάξει, όχι το τραπέζι αλλά πρέπει να αποφασίσουμε σύντομα, γιατί ο σκισμένος μηνίσκος μου με πεθ...

  • διαλυμένος

    Mike is torn up about what happened.

    Ο Μάικ είναι διαλυμένος με ό, τι έγινε.

  • διχασμένος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "torn" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "torn" with translations into Greek

  • πολεμοπαθείς χώρες · πολεμόπληκτες χώρες · σπαρασσόμενες από τον πόλεμο χώρες · χώρες καθημαγμένες από το πόλεμο
  • -παθής · -πληκτος · καθημαγμένος από
  • διχασμένος ανάμεσα
  • καθημαγμένος από τον πόλεμο · πολεμοπαθής · που μαστίζεται από πολέμους
  • καθημαγμένος από τον πόλεμο · πολεμοπαθής · που μαστίζεται από πολέμους
Add

Translations of "torn" into Greek in sentences, translation memory