Translation of "versatility" into Greek

ευστροφία, πολυπραγμοσύνη, προσαρμοστικότητα are the top translations of "versatility" into Greek.

versatility noun grammar

The property of being versatile or having many different abilities; flexibility. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ευστροφία

  • πολυπραγμοσύνη

    noun
  • προσαρμοστικότητα

    The highlander’s versatility has made it a popular breed all over the world.

    Η προσαρμοστικότητα της σκωτσέζικης αγελάδας αποτέλεσε το διαβατήριό της για όλο τον κόσμο.

  • Less frequent translations

    • ευκαμψία
    • ευλυγισία
    • αστάθεια
    • πολυχρηστικότητα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "versatility" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "versatility" with translations into Greek

  • Ψηφιακός βίντεο / ποικιλότροπος δίσκος
  • επεξεργαστής πολλαπλών χρήσεων
  • Πολύπλευρος, ευπροσάρμοστος
  • Ψηφιακός βίντεο / ποικιλότροπος δίσκος
  • ασταθής · ευέλικτος · εύστροφος · με πάμπολλες χρήσεις · πληθωρικός · πολυμήχανος · πολυμορφικός · πολυτάλαντος · πολυχρηστικός · πολύμορφος · πολύπλευρος · πολύχρηστος
  • ασταθής · ευέλικτος · εύστροφος · με πάμπολλες χρήσεις · πληθωρικός · πολυμήχανος · πολυμορφικός · πολυτάλαντος · πολυχρηστικός · πολύμορφος · πολύπλευρος · πολύχρηστος
Add

Translations of "versatility" into Greek in sentences, translation memory