Translation of "warmness" into Greek
θερμότητα, αφοσίωση are the top translations of "warmness" into Greek.
warmness
noun
grammar
the state of being warm; warmth [..]
-
θερμότητα
noun feminineThis would not be a great help in the global warming stakes.
Αυτό δεν αποτελεί και μεγάλη βοήθεια για τις παγκόσμιες προβλέψεις θερμότητας.
-
αφοσίωση
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "warmness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "warmness" with translations into Greek
-
Παγκόσμια θέρμανση · επίδραση του φαινομένου του θερμοκηπίου · παγκόσμια αύξηση τής θερμοκρασίας · παγκόσμια θέρμανση · σταδιακή αύξηση · υπερθέρμανση του πλανήτη · υπερθέρμανση τού πλανήτη · φαινόμενο του θερμοκηπίου
-
ζέσταμα · ζεσταίνομαι · ζεσταίνω · προθερμαίνω
-
ζέσταμα · ζεσταίνω, προθέρμανση · προθέρμανση
-
ζέσταμα · θέρμανση · προθέρμανση
-
θερμόαιμο ζώο
-
Θερμός, ζεστός
-
θερμό λευκό
-
Θετικός · αναμμένος · εγκάρδιος · ζεσταίνομαι · ζεσταίνω · ζεστός · θερμαίνω · θερμός · κάνω · καλοδιάθετος · στοργικός · φιλόστοργος
Add example
Add