Translation of "employ" into Greek
απασχολώ, χρησιμοποιώ, προσλαμβάνω are the top translations of "employ" into Greek.
The state of being an employee; employment. [..]
-
απασχολώ
verbto give someone work
Foreigners from third countries are most often employed in the heaviest and lowest paid jobs.
Αλλοδαποί από τρίτες χώρες απασχολούνται συχνότερα στις βαρύτερες και χαμηλότερα αμειβόμενες εργασίες.
-
χρησιμοποιώ
verbto put into use
The cost allocation methodologies employed by operators should be published immediately.
Οι μέθοδοι καταλογισμού κόστους που χρησιμοποιούνται από τους φορείς εκμετάλλευσης δημοσιεύονται πάραυτα.
-
προσλαμβάνω
verbI can't have an intimate knowledge of everyone I employ.
Καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να γνωρίζω, πολύ καλά, όλους όσους προσλαμβάνω.
-
Less frequent translations
- απασχόληση
- εργασία
- μεταχειρίζομαι
- πρόσληψη
- εκμισθώνω
- αξιοποιώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "employ" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "employ" with translations into Greek
-
απασχολούμενος · απασχόληση
-
αυτοαπασχολούμενος · ελεύθερος επαγγελματίας, αυτοαπασχολουμενος
-
ανεξάρτητος επαγγελματίας
-
Eίμαι στην υπηρεσία του...
-
απασχολώ · χρησιμοποιώ
-
κατανομή ανά απασχολούμενο άτομο
-
απασχολούμενος · απασχόληση