Translation of "employed" into Greek

απασχολούμενος, απασχόληση are the top translations of "employed" into Greek.

employed adjective verb grammar

in a job; working [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • απασχολούμενος

    He is also a self-employed farmer in Germany.

    Εκμεταλλεύεται επίσης, ως αυτοτελώς απασχολούμενος, γεωργική επιχείρηση στη Γερμανία.

  • απασχόληση

    noun feminine

    Amendment to the tax refund scheme for employing seafarers 2016-2026

    Τροποποίηση του καθεστώτος επιστροφής φόρου για την απασχόληση ναυτικών 2016-2026

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "employed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "employed" with translations into Greek

  • αυτοαπασχολούμενος · ελεύθερος επαγγελματίας, αυτοαπασχολουμενος
  • ανεξάρτητος επαγγελματίας
  • Eίμαι στην υπηρεσία του...
  • αξιοποιώ · απασχολώ · απασχόληση · εκμισθώνω · εργασία · μεταχειρίζομαι · προσλαμβάνω · πρόσληψη · χρησιμοποιώ
  • απασχολώ · χρησιμοποιώ
  • κατανομή ανά απασχολούμενο άτομο
  • αξιοποιώ · απασχολώ · απασχόληση · εκμισθώνω · εργασία · μεταχειρίζομαι · προσλαμβάνω · πρόσληψη · χρησιμοποιώ
  • αξιοποιώ · απασχολώ · απασχόληση · εκμισθώνω · εργασία · μεταχειρίζομαι · προσλαμβάνω · πρόσληψη · χρησιμοποιώ
Add

Translations of "employed" into Greek in sentences, translation memory